άοσμος

-η, -ο (Α ἄοσμος, -ον)
αυτός που δεν αναδίδει οσμή.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ἄοσμος — having no smell masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άοσμος — [аозмос] εκ. лишённый запаха, лишённый обоняния …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • άοσμος — η, ο αυτός που δεν έχει οσμή: Το λουλούδι ήταν ωραίο αλλά άοσμο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἀοσμότερον — ἄοσμος having no smell adverbial comp ἄοσμος having no smell masc acc comp sg ἄοσμος having no smell neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀοσμότατον — ἄοσμος having no smell masc acc superl sg ἄοσμος having no smell neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄοσμον — ἄοσμος having no smell masc/fem acc sg ἄοσμος having no smell neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀοσμοτάτῳ — ἄοσμος having no smell masc/neut dat superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀοσμότερα — ἄοσμος having no smell neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀοσμότεραι — ἄοσμος having no smell fem nom/voc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀόσμοις — ἄοσμος having no smell masc/fem/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.